Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Γερμανία – Ελλάδα Οδικά 2012

Οδική ήταν φέτος η επιστροφή από Γερμανία. Οδικά πήγα στο ξεκίνημα της απόσπασης (το 2009), οδικά επέστρεψα και τώρα που τέλειωσε! Για να κλείνει ο κύκλος. Κι οι συμπτώσεις τα φέρνουν έτσι ώστε ο κύκλος να κλείνει κι αλλιώς. Φεύγοντας, τελευταία στάση στην Ελλάδα ήταν στη Θεσσαλονίκη στου κουμπάρους μου. Επιστρέφοντας ήταν η πρώτη στάση κι οι πρώτοι δικοί μας άνθρωποι που είδαμε. Από Ελλάδα δεν έτυχε να ξαναπάω προς τα πάνω. Αλλά το φετινό κατέβασμα ήταν το τρίτο. Το πρώτο το Πάσχα του 2008 σε βόλτα που είχαμε κάνει «ανά τα Ευρώπας» να δούμε φίλους που ήταν ήδη αποσπασμένοι στη Γερμανία και να πάρουμε τη γνώμη τους πώς είναι τα πράγματα εκεί (αν και η Παναγιώτα μου είπε πως δεν μας είπαν τις δυσκολίες και τις αρνητικές τους απόψεις για να μην μας απογοητεύσουν). Το δεύτερο το καλοκαίρι του 2010 και το τρίτο φέτος. Κάθε δυο χρόνια δηλαδή. Είχα γράψει παλιότερα, αλλά μιας και υπάρχουν αλλαγές διάφορες αυτά τα χρόνια, αποφάσισα να γράψω για τις τελευταίες εξελίξεις στη διαδρομή.

Ας ξεκινήσω από ομοιότητες: Και τις τρεις φορές η διαδρομή δεν έγινε μονοκόμματα. Έχω μια κάποια ηλικία που δεν θέλω μα με ταλαιπωρώ. Έτσι το πράγμα πήγε σπαστά. Το 2008 η εκκίνηση έγινε από το Βούπερταλ με στάσεις σε Νυρεμβέργη, Βιέννη, Βουδαπέστη και κατάληξη στη Θεσσαλονίκη απ' όπου με τρένο (αυτοκίνητο και επιβάτες) κατεβήκαμε Αθήνα. Το 2010 ξεκινήσαμε από Μόναχο, σταματήσαμε Σουμπότιτσα κι από κει Θεσσαλονίκη απ' όπου με βαπόρι (πετύχαμε να φεύγει τη μέρα και ώρα που φτάναμε) για Μυτιλήνη, Φέτος πάλι από Μόναχο, πάλι Σουμπότιτσα (αλλά σε άλλο ξενοδοχείο - όχι γιατί το πρώτο δεν μας άρεσε, αλλά δεν είχε δωμάτια κι το είδαμε διαφορετικά) πάλι Θεσσαλονίκη μόνο που τώρα ήταν για στάση - διανυκτέρευση κι από κει την επόμενη μέρα για Άγιο Στέφανο. Παραμονή δυο - τρεις μέρες κι εκεί και μετά πάλι για Μυτιλήνη.

Τα διαφορετικά τώρα. Το 2008 ταξιδεύαμε όλη την μετά το Πάσχα βδομάδα. Εποχή χωρίς πολλή κίνηση, μετακίνηση χαλαρά, οι στάσεις σε σημεία που θέλαμε για να δούμε κάποιες συγκεκριμένες πόλεις. Το 2010 και το 2012 κατακαλόκαιρο, μέρες με μεγάλες μετακινήσεις λόγω διακοπών. Όμως το 2010 ήταν Παρασκευή, μέρα που τέλειωνε η Βαυαρία, με την Βάδη - Βυρτεμβέργη να έχει τελειώσει δυο μέρες πριν (την Τετάρτη). Συγχρόνως ήταν το τριήμερο - γέφυρα Ιουλίου - Αυγούστου μ' αποτέλεσμα να γίνεται ένας μεγάλος χαμός στους δρόμους. Σ' όλη τη διαδρομή η κίνηση ήταν τεράστια, με αποκορύφωμα αυτό που πάθαμε στα διόδια της Νις που περιμέναμε σχεδόν μια ώρα στην ουρά.

Εφέτος το πράγμα διέφερε. Η αναχώρηση έγινε Τρίτη, μέρα που δεν συνηθίζεται για μετακινήσεις. Η Βάδη είχε τελειώσει τα μαθήματα την προηγούμενη Τετάρτη, άρα όσοι περίμεναν να κλείσουν τα σχολεία για να φύγουν για διακοπές είχαν φύγει το περασμένο Σαββατοκύριακο. Έτσι, απ' τη στιγμή που ξεκινήσαμε απ' το Μόναχο (λίγο πριν τις 10 το πρωί), δεν βρήκαμε κίνηση. Χαλαρά στο δρόμο, μόνο τα συνηθισμένα αυτοκίνητα της περιοχής. Είχε και περαστικά, αλλά πολύ λίγα. Το 2010 είχαμε κολλήσει στην κίνηση στον περιφερειακό της Βουδαπέστης. Αυτή τη φορά δεν είχαμε πρόβλημα ίσως γιατί έτυχε, ίσως γιατί έχει φτιαχτεί μια επιπλέον λουρίδα κυκλοφορίας. Πάντως, το αποτέλεσμα μετράει, άνετα περάσαμε.

Ο μεγάλος φόβος μου ήταν το πέρασμα των τελωνείων. Όχι γιατί είχα κάτι παράνομο αλλά για το χρόνο που χρειάζεται η όλη διαδικασία. Μισή ώρα περιμέναμε να βγούμε απ' την Ουγγαρία (και την Ευρωπαϊκή Ένωση) και λιγότερο από 10 λεπτά για να μπούμε στη Σερβία. Από κει είχαμε προγραμματίσει να κάνουμε στάση στη Σουμπότιτσα, κι έτσι καταλήξαμε στο ξενοδοχείο μας λίγο πριν τις 8 το βράδυ. Άνετα δηλαδή θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει το άλλο σχέδιο που είχαμε και να προωθηθούμε μέχρι Βελιγράδι (ώστε την επόμενη μέρα να πάμε σπίτι μας). Τελικά δεν το κάναμε έτσι μιας και κανονίσαμε να σταματήσουμε στη Θεσσαλονίκη να δούμε τους κουμπάρους μας οπότε η Σουμπότιστα ήταν στη μέση (αλλά μετά τα σύνορα. Αν ανέβαινα από Ελλάδα, για τον ίδιο λόγο, να έχω τελειώσει τα σύνορα, θα επέλεγα το Κεσκεμέτ στην Ουγγαρία).

Δυο λόγια για το ξενοδοχείο. Rooms Gat λεγότανε, είναι από κάτω μια ταβέρνα κι από πάνω καμιά 15αριά δωμάτια. Μικρό δηλαδή, αλλά εξαιρετική η περιποίηση κι η τιμή: 32€. Σίγουρα δεν είχε την πολυτέλεια που είχαμε την προηγούμενη φορά (αλλά είχαμε δώσει και τα διπλά). Ένα όμορφο μπαλκόνι όπου κάτσαμε με τον υπολογιστή μας κι απολαύσαμε ένα χαλαρωτικό ποτό. (Ένα περίεργο πράγμα. Το δωρεάν ασύρματο ίντερνετ είναι στα στάνταρ των μικρών ξενοδοχείων ενώ στα μεγάλα και ακριβά το πληρώνεις - και μάλιστα χοντρά). Για όποιον ενδιαφέρεται η διεύθυνση είναι Gunduliceva 42, Subotica, 24000, Σερβία, τηλέφωνο +38163588933, φαξ +38124528975 και email gatsubotica@gmail.com. Για πάρκινγκ έχει χώρο μπροστά, αλλά μιας και ο υπάλληλος είδε πως το αυτοκίνητο ήταν πολύ (μα πάρα πολύ) γεμάτο και δια παν ενδεχόμενο μου άνοιξε ένα γκαράζ που έχουν δίπλα και το έβαλα μέσα (εντάξει, δεν χωράει παραπάνω από ένα αυτοκίνητα, δεν ξέρω αν έχει άλλο!).

Οι εξελίξεις στους δρόμους, τώρα. Όταν περνάγαμε το 2010 γίνονταν αρκετά έργα στο κομμάτι από τα σύνορα μέχρι το Νόβι Σαντ ενώ από κει και πέρα ο δρόμος ήταν ψιλοφτιαγμένος μέχρι το Βελιγράδι. Ο αυτοκινητόδρομος πέρναγε μέσα από την πόλη, με ότι σημαίνει αυτό και μετά συναντούσε τον άλλο αυτοκινητόδρομο που ερχόταν από Ζάγκρεμπ και ενωμένοι σε ένα κατευθύνονταν προς Νις. Τώρα ήταν φτιαγμένος όλος από τα σύνορα μέχρι έξω από το Βελιγράδι. Βλέποντά τον και ξέροντας την κατάσταση σχολίαζα πως τώρα πρέπει να γίνει και μια παράκαμψη εδώ ώστε να μην περνάει όλη η κυκλοφορία μέσα απ' την πόλη. Αλλά την ίδια σκέψη είχαν κάνει κι οι Σέρβοι. Κι έτσι, αυτή τη φορά, Βελιγράδι δεν περάσαμε παρά μόνο από μακρυά. Για ένα κομμάτι η παράκαμψη είναι ολοκληρωμένη, για το υπόλοιπο ταλαιπωρηθήκαμε λίγο μιας και ήταν μια λουρίδα, αλλά τα έργα προχωράνε και τελειώνουνε στην εμπόλεμη Σερβία (η υπόθεση Κόσοβο είναι ακόμα πρόβλημα), όχι όπως σε κάτι άλλες χώρες που ξέρω κι ακόμα τα έργα που άφησα φεύγοντας το 2009 τα ξαναβρήκα μπροστά μου το 2012, στο ίδιο στάδιο (μη) προόδου!

Μετά τη Νις θυμόμουνα πως ο δρόμος χάλαγε μετά από λίγα χιλιόμετρα. Υπολόγιζα τα καλά σε καμιά εικοσαριά το πολύ και τώρα ήτανε πάνω από 50. Το υπόλοιπο και μέχρι τα σύνορα είναι καμιά 100αριά. Απ' αυτά σε όλο το μήκος είδαμε να δουλεύουνε και προς το τέλος, καμιά 30αριά πριν τα σύνορα ο καινούριος δρόμος είναι σχεδόν τελειωμένος. Πηγαίναμε απ' τον μισό και κοιτάζοντας απ' την άλλη κάποιες μπάρες έμενε να μπούνε και κάποιες διαγραμμίσεις να γίνουνε.

Βέβαια, οι δρόμοι που ολοκληρώνονται ως αυτοκινητόδρομοι σημαίνουν και περισσότερα διόδια. Αλλά αυτό είναι πρωτοτυπία, αφού στην Ελλάδα διόδια υπάρχουν και για δρόμους τελείως άφτιαχτους. Τα διόδια είναι σε δηνάρια Σερβίας αλλά και σε ευρώ και ανάλογα σε ποιο νόμισμα πληρώνεις είναι και η απόδειξη. Η αντιστοιχία δεν είναι συμφέρουσα για τους Ευρωπαίους αλλά για το Σέρβικο κράτος. Πάντως, σε όλους τους σταθμούς μπορείς να πληρώσεις και με πιστωτική κάρτα, ανεξάρτητα απ' το ποσό, μόνο που αυτό γίνεται στον υπάλληλο κι όχι αυτόματα. Στα διόδια της Νις που ήταν αρκετά δοκίμασα να πληρώσω με την κάρτα. Η διαφορά μηδαμινή. Μου στοίχισε 6,30€ ενώ αν τα έδινα μετρητά θα ήταν 6,50. (Αντίθετα το 2010 η διαφορά ήταν μεγαλύτερη, σκάρτα 7 έναντι πάνω από 8).

Οι δρόμοι με τα έργα έχουν χαμηλά όρια ταχύτητας. Κι η Σέρβικη αστυνομία είναι παρούσα για να κάνει τη σχετική «υπενθύμιση» (μετά προστίμου, βεβαίως) στους παραβάτες. Κι επειδή οι περισσότεροι οδηγοί αισθάνονται απελευθερωμένοι από την καταπίεση του νόμου των κεντρικών και δυτικών ευρωπαϊκών χωρών, εδώ που είναι στα Βαλκάνια οδηγούν κατά το δοκούν. Κι οι Σέρβοι κόβουν κλήσεις (που αν δεν κάνω λάθος είναι άμεσα εξοφλητέες - όπως έλεγε κι ένα παπάς απ' το διπλανό χωρίο στην ελληνοαμερικάνα νονά για τα έξοδα της βάφτισης: «που θα τρέχω ύστερα να σε κυνηγώ») κι οι οδηγοί διαμαρτύρονται. Εγώ με τα όρια τα πάω καλά. Ακόμα και στην Ελλάδα τα τηρώ (αν και εδώ υπάρχει μια δυσκολία να καταλάβεις ποιο όριο ισχύει ακριβώς). Έτσι πήγαινα με τα 60 που έλεγε κι είχε σχηματιστεί πίσω μου μια σειρά από αυτοκίνητα. Κάποια στιγμή ο δρόμος είχε μέρος για προσπέραση και έκανα στην άκρη και με πέρασαν αρκετοί. Πού να ήξερα πως ήμουνα μόλις 2 χιλιόμετρα απ' τα σύνορα!

Το αποτέλεσμα ήταν πως όλους αυτούς τους βρήκα μπροστά μου στα σύνορα. Έτσι φάγαμε κάνα μισάωρο να βγούμε απ' τα Σέρβικα (το ελληνικό διαβατήριο είναι μεγάλο ατού) και κάνα τέταρτο να μπούμε στην ΠΓΔΜ. Ο πουγουδουμίτης τελωνειακός έριξε μια ματιά στο χαμό που κουβαλάγαμε, προσπάθησε να καταλάβει τι μπορεί να κρύβεται, άνοιξε κάποιες πόρτες και μας έδωσε το ελεύθερο να προχωρήσουμε.

Οι δρόμοι στη γείτονα αρκετά καλοί, σε κάποιο σημείο είχαν πέσει κι έπρεπε να προσέχουμε, 180 χιλιόμετρα είναι όλα, τρεις σταθμούς διοδίων περάσαμε με 50 ή 60 δηνάρια που έπρεπε να πληρώσουμε κάθε φορά στρογγυλοποιημένα απ' τον υπάλληλο στο 1€. Υπήρχε κι εδώ η δυνατότητα για πληρωμή με κάρτα, αλλά το ποσό ήταν τόσο μικρό που δεν το έκανα έτσι (τα 60 δηνάρια είναι 1€ απ' όσο υπολογίζω). Πλησιάζοντας στα σύνορα με την Ελλάδα ο δρόμος χαλάει για καμιά 50αριά χιλιόμετρα και φτιάχνει πάλι όταν πλησιάζουμε αρκετά. Το κόλπο αυτό πρέπει να είναι γενικότερο στις διακρατικές συνδέσεις, αφού κι όταν περάσαμε στην Ελλάδα βρήκαμε δρόμο σωστό για καμιά δεκαριά χιλιόμετρα και μετά διάζωμα τέλος, λουρίδες διπλές τέλος.

Βγαίνοντας απ' τα σύνορα ο υπάλληλος με ρώτησε (σε άπταιστα ελληνικά) αν έχω πράσινη κάρτα (το είχε ρωτήσει και ο αντίστοιχος στην είσοδο και το θεώρησα δικαιολογημένο, αλλά στην έξοδο;). Πάμε να του τη δώσουμε και μας ρίχνει το παρασύνθημα: «Βάλε κάτι μέσα»! Του την έδωσα σκέτη, μουρμούρησε που δεν θα του έδινα ούτε έναν καφέ, αλλά μου επέτρεψε να φύγω! Πάμε στο ελληνικό, ερωτήσεις πού και πώς (δικαιολογημένα πράγματα), πιάσαμε και λίγο την κουβέντα για το πώς και επιστρέφουμε κλπ, καθυστερούσαν οι άλλοι πίσω, κι από κει και πέρα αντιμέτωποι με την ελληνική πραγματικότητα των δρόμων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου